ώς ήταν να ερωτεύεται κανείς πριν το σινεμά; Φυσικά έχουμε μια καλή ιδέα, ωστόσο, ο κινηματογράφος έχει υπάρξει χαρακτηριστικά επιδραστικός στον τρόπο που προσδοκούμε, φανταζόμαστε, επιδιώκουμε τον έρωτα. Οι πιο ανάλαφρες πτυχές του έχουν απεικονιστεί πολλάκις σε ένα από τα αγαπημένα κινηματογραφική είδη, τις ρομαντικές κωμωδίες, χάρη στις οποίες οι σχέσεις γίνονται αφορμή για μια σειρά ξεκαρδιστικών ή απλώς γλυκών παρεξηγήσεων. Ταυτόχρονα, το genre φρόντισε να παγιώσει την προσμονή του λεγόμενου χολιγουντιανού happy end, το φινάλε στο οποίο υλοποιούνται οι μύχιες φαντασιώσεις μας. Κι ας μη συμβαίνει τόσο συχνά στην πραγματική ζωή… Σαν ένα φόρο τιμής, λοιπόν, στο γεμάτο καρδιά είδος, ακολουθεί η λίστα με τις 30 καλύτερες ρομαντικές κωμωδίες στην ιστορία του σινεμά.
«Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου» («His Girl Friday», 1940)
Η screwball κωμωδία συναντά το ρομάντζο και ο Κάρι Γκραντ τη Ρόζαλιντ Ράσελ, στην ταινία που έφερε αέρα ανανέωσης στο κουρασμένο είδος της αμερικάνικης κωμωδίας, χάρη στην ευρηματική σκηνοθεσία και το μοντάζ της. Α, και είναι μια από τις αγαπημένες του Ταραντίνο, αν αυτό σημαίνει κάτι για σας…
«Διακοπές στη Ρώμη» («Roman Holiday», 1953)

Ω, να είσαι πριγκίπισσα, νέα, ερωτευμένη και πάνω σε μια βέσπα στη Ρώμη! Κι ας παλεύεις να κρυφτείς από τους παπαράτσι και όποιον πιθανόν σε αναγνωρίσει. Η Αιώνια Πόλη λάμπει στα ασπρόμαυρα καρέ του Γουίλιαμ Γουάιλερ, η Όντρεϊ Χέπμπορν μας κερδίζει αβίαστα με την εκφραστική της δεινότητα, ενώ η χημεία της με τον Γκρέγκορι Πεκ είναι αδιαπραγμάτευτη. Όσο για αυτό το φινάλε… Ας πούμε απλώς ότι μετά την προβολή δεν μένεις ίδιος.
«Πως να παντρευτείτε έναν εκατομμυριούχο» («How to Marry a Millionaire», 1953)
Τρεις φιλενάδες έχουν αποφασίσει πως το μέλλον του εξαρτάται από έναν πλούσιο γάμο και η αναζήτηση του πολύφερνου μνηστήρα ξεκινά! Η Μέριλιν Μονρόε μπορεί να καθιερώθηκε ως sex symbol, όμως το κωμικό της ένστικτο ήταν αψεγάδιαστο και αυτό φαίνεται ακόμα περισσότερο όταν πλάι της έχει καλλιτέχνιδες όπως οι Μπέτι Γκρέιμπλ και Λορέν Μπακόλ.
«Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθιές» («Gentlemen Prefer Blonde», Χάουαρντ Χοκς, 1953)
Μα τι χρονιά για το σινεμά το 1953! Παρότι σ’ αυτή τη λίστα αποφύγαμε να μείνουμε πολύ στο είδος του μιούζικαλ, η παρούσα ταινία και το «Ένα αστείο μουτράκι» παρακάτω, δεν θα μπορούσαν να λείπουν, μιας και συνδυάζουν άψογα το κωμικό timing, το ρομάντζο και πρωταγωνίστριες ολκής. Για να καταλάβετε πόσο μπροστά ήταν αυτή η ταινία από την εποχή της, η Μέριλιν Μονρόε δεν ήταν ακόμα η σταρ που γνωρίζουμε, εξ’ ου και η Τζέιν Ράσελ πήρε τον τετρακοσαπλάσιο μισθό (!), όμως η πρώτη έγραψε κινηματογραφική, μουσική και πολιτιστική ιστορία με το «Diamonds are a girl’s best friend».
«Ένα αστείο μουτράκι» («Funny Face», 1957)
Όντρι Χέπμπορν + Φρεντ Αστέρ= συνδυασμός που κερδίζει, ειδικά αν σκεφτούμε πως ο κορυφαίος χορευτής είχε πρωταγωνιστήσει και στο αρχικό μιούζικαλ στο Broadway. Ο Ντόνεν, βέβαια, δεν κράτησε παρά ελάχιστα από την αρχική υποθέση και τα original τραγούδια και αποφάσισε καλύτερα να διασκευάσει το μιούζικαλ «Wedding Bells» του Λέοναρντ Γκέρσι; Καήκατε; Δείτε τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό της Χέπμπορν υπό τους ήχους του «Clap Yo’ Hands» (από τρίτο μιούζικαλ προήλθε κι αυτό…) και μερικά πλάνα του Παρισιού και θα το ξεπεράσετε.
«Η γκαρσονιέρα» («The Apartment», 1960)
«Δεν έχει υπάρξει ποτέ κάτι σαν το «The Apartment», ούτε κινηματογραφικά, ούτε ερωτικά, ούτε χιουμοριστικά, ούτε με οποιονδήποτε άλλον τρόπο!» έγραφε η αφίσα και επιβεβαιώνουμε πως αυτό το tagline δεν γράφτηκε ελαφρά τη καρδία. 5 όσκαρ αλλά και σαρωτική επιτυχία στο box office για μια από τις κατά κοινή ομολογία καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, με πρωταγωνιστές τους Τζακ Λέμον και Σίρλεϊ Μακλέιν και την υπογραφή του Μπίλι Γουάιλντερ.
«Χάρολντ και Μοντ» («Harold and Maude», 1971)

Ο Μπαντ Κορτ μπορεί πρόσφατα να απεβίωσε, η μνήμη του όμως μένει ζωντανή χάρη σε ταινίες όπως αυτή. Εδώ, σε νεαρή ηλικία, υποδύεται έναν έφηβο που έχει εμμονή με το θάνατο. Προσπαθεί με κάθε ανεπιτυχή τρόπο να αυτοκτονήσει, ώστε να ξεφορτωθεί μια και καλή την καταπίεση των γονιών του. Τα βλέπει όλα μαύρα ώσπου γνωρίζει τη Μοντ. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, λίγο στον κόσμο της, η οποία τα βλέπει όλα φωτεινά. Το παράδοξο και κομματάκι παράξενο σμίξιμό τους είναι αρκετό για να προκύψει μια τρυφερά αλλόκοτη ρομαντική ιστορία, όπου η emo ενέργεια συναντά την εγκεφαλικότητα του Γουές Άντερσον.
«Νευρικός εραστής» («Annie Hall», 1977)
Ο Γούντι Άλεν μαζί με τον Μάρσαλ Μπρίκμαν έγραψαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο ειδικά για την Νταϊάν Κίτον και δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε οποιαδήποτε άλλη στη θέση της. Το σαρδώνιο χαμόγελό της, το εξαίρετο delivery στις ατάκες της σε συνδυασμό με τη θέρμη που εκπέμπει κάνουν την Annie Hall μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πρωταγωνίστριες στην σινε-ιστορία. Παράλληλα, είναι η ταινία που έφερε στην επιφάνεια την «σοβαρή» πλευρά του Γούντι Άλεν… ας πούμε ότι το λέμε για καλό αυτό.
«Κάτω από τη λάμψη του φεγγαριού» («Moonstruck», 1987)
Μια γυναίκα, δύο άντρες, κομπολόι δίχως χάντρες λέει ο λαός, αλλά η Λορέτα (Σερ) απασχολείται με άλλου είδους κόσμημα: το μονόπετρο χωρίς το οποίο δεν δέχεται καμία πρόταση γάμου. Προκαταλήψεις, δύο αδέρφια στα μαχαίρια, ιταλικό ταπεραμέντο και συμπτώσεις που αποδομείς μόνο αν έχεις πέτρα αντί για καρδιά, εξασφάλισαν τρία βραβεία και έξι υποψηφιότητες στα Όσκαρ για τη rom-com των Νόρμαν Τζούισον και Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ (σενάριο), καθώς και μια μόνιμη θέση στην ψυχή μας.
«Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι» («When Harry Met Sally», 1989)

Εναλλακτικός τίτλος: όταν η rom-com διάνοια της σεναριογράφου Νόρα Έφρον συνάντησε την καλοκαρδοσύνη του σκηνοθέτη Ρομπ Ρέινερ. Το ακαριαία κλασικό δείγμα του συγκεκριμένου είδους, βρίσκει τους Μπίλι Κρίσταλ και Μεγκ Ράιαν σε ένα μακροχρόνιο δαίδαλο, μια γνωριμία που από φιλία φοβάται να εξελιχθεί σε κάτι πιο σταθερό. Και αν μη τι άλλο, οφείλετε να δείτε αυτήν την ταινία για τη σκηνή ανθολογίας στο φημισμένο Katz Deli της Νέας Υόρκης, όπου η Ράιαν φτάνει σε «οργασμό» σε δημόσια θέα.
«Say Anything…» (1989)

Ο εικονιζόμενος Τζον Κιούζακ, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του, υποδύεται ένα μέτριο φοιτητή που ερωτεύεται κεραυνοβόλα το αστέρι της τάξης. Μια κλασική περίπτωση ετερώνυμων που έλκονται, οι δυο τους μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν. Ο σκηνοθέτης Κάμερον Κρόου, όμως, αδίκως υποτιμημένος δημιουργός παρεμπιπτόντως, βρίσκει έναν υπέροχο τρόπο να τους σμίξει και στο μεταξύ, να σκαρφιστεί την πιο ρομαντική και τελείως ’80s καντάδα που μένει αξέχαστη.
«Άγρυπνος στο Σιάτλ» («Sleepless in Seattle», 1993)
Ο οκτάχρονος Τζόνα αναζητά σύντροφο για τον χήρο πατέρα του (Τομ Χανκς) στο ραδιόφωνο και ανάμεσα στις γυναίκες που συγκινούνται από την ιστορία του είναι και η Άνι (Μέγκ Ράιαν), η οποία επιχειρεί να του κλείσει ραντεβού στην κορυφή του Empire State Building ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου. Τι σημασία έχει άλλωστε που τους χωρίζουν μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα και είναι παντελώς άγνωστοι; Το χιούμορ της Νόρα Έφρον και η συνειδητή ελαφράδα με την οποία διαχειρίζεται τα δύσκολα θέματα που θίγει η ταινία καθιέρωσαν τη δημιουργό στην κορυφή τους είδους των rom coms.
«Τέσσερις Γάμοι και Μια Κηδεία» («Four Weddings and a Funeral», 1994)

Στην εποχή της η πιο εμπορική βρετανική παραγωγή όλων των εποχών, ξεπερνώντας τα 245 δολάρια παγκοσμίως σε προϋπολογισμό μόλις 3 εκατομμυρίων λιρών, επίσης η πρώτη συνεργασία του Ρίτσαρντ Κέρτις με τον Χιου Γκραντ, μια σύμπραξη που έμελλε να γράψει ιστορία στο είδος των ρομαντικών κωμωδιών. Και όλα αυτά, χάρη σε μια ερωτική περιπέτεια ενός «κατά συρροή μονογαμικού» που αρνείται να πιστέψει πως έχει βρει την αγάπη.
«Ο γάμος του καλύτερού μου φίλου» («My best friend’s wedding», 1997)
Η Τζουλς (Τζούλια Ρόμπερτς) και ο Μάικλ (Ντέρμοντ Μαλρόνι) έχουν υποσχεθεί ο ένας στον άλλον πως αν δεν βρουν το άλλο τους μισό μέχρι τα 28 τους, θα παντρευτούν. Μόνο που ο Μάικλ το βρίσκει στα μάτια της νεότερης Κίμι (Κάμερον Ντίαζ), την οποία νυμφεύεται σε τέσσερις μέρες, με παράνυμφο -καλά το μαντέψατε- τη Τζουλς που μόλις τώρα συνειδητοποιεί ότι είναι όντως ερωτευμένη με τον κολλητό της. Μια πάντα λαμπερή Τζούλια Ρόμπερτς, άπλετο second had embarassement και ένα χάπι εντ που αποδεικνύει ότι καμιά φορά η ευτυχία μας είναι τελείως διαφορετική απ’ αυτό που φανταζόμαστε.
«Έχετε μήνυμα στον υπολογιστή σας» («You’ve Got Mail», 1998)

Όταν δεν είχαμε δέκα διαφορετικά messenger apps στα ακροδάχτυλά μας και το ίντερνετ κοβόταν όταν κάποιος έπαιρνε τηλέφωνο στο σταθερό, υπήρχαν κάποιοι τολμηροί που εξερευνούσαν τα forums και έκαναν τις πρώτες e-γνωριμίες. Σαν την Κάθλιν (Μεγκ Ράιαν) και τον Τζο (Τομ Χανκς) που ανοίγουν τις καρδιές τους με αγγελιοφόρο τα AOL mail τους, χωρίς να γνωρίζουν ότι στην εκτός οθόνης ζωή έχουν ανταγωνιστικά βιβλιοπωλεία. Μια ταινία συνώνυμη του φθινοπώρου, βγαλμένη απ’ τα υγρά όνειρα των nerd βιβλιόφιλων, πριν το «enemies to lovers» γίνει ένα ανασαμημένο trope.
«How Stella Got Her Groove Back» (1998)

Η Άντζελα Μπάσετ κλέβει την παράσταση και κόβει την αναπνοή στο ρόλο μιας σαραντάχρονης μητέρας που έχει χάσει τον ενθουσιασμό στην προσωπική ζωή της, ώσπου ταξιδεύει στην Τζαμάικα για κυριλέ διακοπές και γνωρίζει έναν πανέμορφο νεαρότερό της βοηθό σεφ. Χρειάζεται να πούμε περισσότερα;
«But I’m a Cheerleader» (1999)

Queer cult classic με το είδωλο Νατάσα Λιόν σε κεντρικό ρόλο, η αμείλικτη σάτιρα Τζέιμι Μπάμπιτ παρωδεί ακομπλεξάριστα την ετεροκανονικότητα, παρά το γεγονός πως διαδραματίζεται σε ένα κέντρο «αποκατάστασης» ομοφυλόφιλων. Το δυσοίωνο πλαίσιο, το οποίο δυστυχώς παραμένει πραγματικότητα στις ΗΠΑ, δεν πτοεί το σενάριο το οποίο είναι αβίαστα ξεσηκωτικό. Οι πιο προσεκτικοί θεατές, επίσης, θα παρατηρήσουν σωρεία διάσημων cameos.
«10 πράγματα που μισώ σε εσένα» («10 Things I Hate About You», 1999)
Το «Ημέρωμα της Στρίγγλας» του Σαίξπηρ, αν η Κατερίνα και ο Πετρούκιο πήγαιναν σε ένα τυπικό αμερικανικό λύκειο στο Σιάτλ. Ο Χιθ Λέτζερ είναι πιο γοητευτικός από ποτέ και λάμπει ως κωμικό αλλά και τραγουδιστικό ταλέντο, υπενθυμίζοντάς μας πόσα χάσαμε με την απώλειά του. Το resting bitch face της Τζούλια Στάιλς αξίζει μάθημα υποκριτικής από μόνο του.
«Μια βραδιά στο Νότινγκ Χιλ» («Notting Hill», 1999)

Το βρετανικό φλέγμα στα καλύτερά του και σε άψογη ισορροπία με τον αμερικανικό τρόπο να φτιάχνεις ταινίες, δηλαδή με τη μαγεία του «όλα είναι πιθανά», ακόμα και να το να γνωρίσεις μια διάσημη movie star (Τζούλια Ρόμπερτς) στο βιβλιοπωλείο σου που πουλάει μόνο χάρτες. Εδώ το χολιγουντιανό γκλίτερ ανακατεύεται με τη σκόνη ενός εργένικου διαμερίσματος, ο Γουίλιαμ (Χιου Γκραντ) είναι ο απόλυτα relatable χαρακτήρας κάθε άτολμου ερωτευμένου, το Λονδίνο διεκδικεί τον τίτλο της πιο ρομαντική πόλης και την παράσταση σε κάθε εμφάνισή του κλέβει ο Ράις Ίφανς. Τι άλλο να ζητήσει κανείς από μία ταινία;
«Το κορίτσι των ονείρων σας» («She’s All That», 1999)
Πώς γίνεται το σωστό makeover; Φοράς φόρεμα αντί για τζιν, αλλάζεις χτένισμα και κυρίως βγάζεις τα γυαλιά μυωπίας. Μετά το μόνο που μένει είναι να κατέβεις τις σκάλες (χωρίς να πέσεις) μπροστά στο έκθαμβο crush σου που δεν έχει καταλάβει πόσο ερωτευμένος είναι με την προσωπικότητά σου, αλλά η νέα σου εμφάνιση του το θυμίζει. Ο «Πυγμαλίων» του Σο ή αλλιώς το «Ωραία μου κυρία» έρχονται στα πολύ late 90s, υπό τους ήχους φυσικά του «Kiss Me».
«Safe Sex» (1999)

Αψεγάδιαστο από την αρχή ως το τέλος, το box office hit των Ρέππα – Παπαθανασίου παραμένει μέχρι σήμερα αρυτίδωτο, ξεκαρδιστικό και ευφυές. Η σχέση των Ελλήνων με το σεξ υπήρξε, έτσι κι αλλιώς, πουριτανική αλλά τότε φάνηκαν να πέφτουν μια σειρά από στεγανά χάρη στο καλύτερο όπλο όλων, το χιούμορ. Συν τοις άλλοις, αν δεν το έχετε δει, να ξέρετε πως περιλαμβάνει μία από τις καλύτερες σκηνές δείπνου, όπου αναπτύσσεται μια πραγματικά αξιοσημείωτη ανάλυση του «Ερωτόκριτου»…
«High Fidelity» (2000)

Ο Ρομπ Γκόρντον είναι μαλάκας. Ο Ρομπ Γκόρντον, όμως, είναι ένας πολύ κουλ μαλάκας. Το οποίο σημαίνει πως δεν έχει την παραμικρή ιδέα πως είναι μαλάκας. Αυτή η συνειδητοποίηση έρχεται όταν χωρίζει με τον έρωτα της ζωής του, γεγονός που τον κλονίζει τόσο βαθιά, ώστε αποφασίζει να συνδεθεί ξανά με όλες τις πρώην του, για να καταλάβει τι κάνει στραβά. Η αντίστροφη υπαρξιακή οδύσσεια μετέτρεψε τον Γκόρντον σε είδωλο των alternative gen-Xers, επιτέλους το να είσαι μουσικο-σπασίκλας έγινε γοητευτικό, χαρίζοντας στο ενδιάμεσο ένα από τα πιο άψογα rom-coms που κυκλοφόρησαν ποτέ.
«Αμελί» («Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain», 2001)

Οι περισσότεροι, ελπίζουμε, να μη θυμάστε το κόλλημα που είχε φάει η υφήλιος με το ρομαντικό παραμύθι του Ζαν-Πιερ Ζενέ. Όχι τόσο επειδή δεν το αξίζει, παρόλου που ανά στιγμές είναι υπερβολικά γλυκανάλατο, αλλά γιατί στα ’00s όποια πέτρα κι αν σήκωνες είχε αποκάτω ή το καρέ της Οντρέι Τοτού, στο ρόλο μιας γλυκιάς ονειροπόλας που κάνει πραγματικότητα τα όνειρα των ανθρώπων, ή το όμορφο αλλά υπερκορεσμένο σάουντρακ του Γιαν Τίερσεν. Κοινώς, είχαμε γκώσει για ένα φεγγάρι, αλλά αυτό δε σημαίνει πως αυτόνομα το «Αμελί» δε διαθετεί μια φρέσκια, ακόμα και σήμερα, αισθητική και κυρίως, μια ανεπιτήδευτη αθωότητα.
«Kissing Jessica Stein» (2001)

Εξαιρετικά σπάνια κινηματογραφική περίπτωση όπου η bi ορατότητα απεικονίζεται με ειλικρίνεια ενθαρρύνοντας, μάλιστα, την πτυχή της εξερεύνησης, της ανοιχτότητας, της αποδοχής. Ένα κρυφό «διαμαντάκι», αν θέλετε, το όποιο όμως φωλιάζει κατευθείαν στην καρδιά.
«Κάλλιο Αργά Παρά Αργότερα» («Something’s Gotta Give», 2003)

Δε θέλει και πολύ για να πετύχεις την τέλεια χημεία όταν έχεις μπροστά από την κάμερα δύο σπουδαίους ηθοποιούς όπως η Νταϊάν Κίτον και ο Τζακ Νίκολσον, ωστόσο, πάντα βοηθάει μια τσαχπίνικη πλοκή και το rom-com τακτ της ειδικού Νάνσι Μέγιερς. Εν προκειμένω, παρά το γεγονός πως οι συμπρωταγωνιστές ενσαρκώνουν ένα δίδυμο που τα χνώτα τους δεν ταιριάζουν, ανακαλύπτουν πως δεν είναι αργά να ερωτευτούν. Ακόμα και εάν βρίσκονται σε μια ηλικία που πολλοί τείνουν, κακώς, να περιφρονούν. Λέγεται ageism και δεν το συστήνουμε…
«Πως να Χωρίσετε σε 10 Μέρες», («How to lose a guy in 10 days», 2003)
Σήμερα, αρκεί να του δείξεις ότι ψιλοενδιαφέρεσαι για πάνω από 10 λεπτά. Το 2003, τα πράγματα ήταν λίγο πιο σύνθετα στις σχέσεις, ειδικά όταν στη μέση μπαίνει ένα στοίχημα και ένα άρθρο που πρέπει να οπωσδήποτε να γραφτεί. Αν κάτι μένει στο τέλος, είναι το κίτρινο φόρεμα της Κέιτ Χάντσον και πολλά όνειρα μικρών κοριτσιών να γίνουν δημοσιογράφοι στη Νέα Υόρκη. Α, και αυτή η σκηνή:
«Juno» (Τζέισον Ρέιτμαν, 2007)

Μοντέρνο διαμάντι του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου, το «Juno» μας σύστησε στην αψεγάδιαστη αβολότητα του Μάικλ Σέρα και τη γειωμένη ανθρωπιά του Έλιοτ Πέιτζ, σε ένα δράμα ενηλικίωσης όπου τίποτα δεν είναι συνηθισμένο για αυτό και ο Ντιάμπλο Κόουντι απέσπασε δικαίως το Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου.
«(500) Μέρες με τη Σάμερ» («(500) Days of Summer», 2009)

Υποχρεωτική θέαση εάν είσαι εναλλακτικός έφηβος και ταυτόχρονα, δωρεάν σεμινάριο: α. για την ερωτική απόρριψη και β. για το πώς να μη γίνεις όταν μεγαλώσεις. Εσχάτως το εικονιζόμενο καρέ μετατράπηκε σε meme ως ενδεικτικό παράδειγμα του «άλλα λέμε και άλλα εννοούμε», ένα ζήτημα επικοινωνίας που καλό θα ήταν να μην έχει ή να επιλύει νωρίς οποιοδήποτε ζευγάρι. Επίσης, αυτή ήταν μάλλον η τελευταία φορά που σε μια ευρείας απήχησης αμερικανική ταινία ήταν κουλ να συχνάζεις σε δισκάδικα.
«Εύκολη Κατά Λάθος» («Easy A», 2010)

Σεξεργασία χωρίς σεξ υφίσταται; Όποια κι αν είναι η απάντηση, αυτό κάνει υπό μια έννοια ο χαρακτήρας της Έμα Στόουν, η οποία είναι διατεθειμένη να υποκρίνεται δημόσια πως έχει κοιμηθεί με τους συμμαθητές της για να γίνουν αποδεκτοί. Η κωμωδία είναι το αντίστροφο «American Pie», είναι εξίσου σαρδόνιο και σίγουρα δε θα ήταν το ίδιο χωρίς την παρουσία της Στόουν, η οποία με την ερμηνεία της έγινε σταρ από τη μια μέρα στην άλλη.
«Frances Ha» (2014)

Ίσως η απόλυτη millennial ταινία γύρω από τα αδιέξοδα του να είσαι άφραγκος εικοσάρης χωρίς σχέδιο για το μέλλον σε μια μητρόπολη ανεξάντλητων προοπτικών. Η Γκρέτα Γκέργουιγκ πρωταγωνιστεί και συνυπογράφει το σενάριο του Νόα Μπάουμπακ προσφέροντας ένα αριστούργημα στο κίνημα του mumblecore που οι ίδιοι έκαναν δημοφιλές και παράλληλα, αφουγκράζονται την αγωνία της νιότης και τα τραύματα των ματαιώσεων με τέτοια ευσπλαχνιά που μένεις καθηλωμένος στην καρέκλα σου.