O Πάριος και οι άλλοι: Έχουν οι καλλιτέχνες ημερομηνία λήξης;

0
Παριος

Ενα ποστ με ένα βίντεο από την εμφάνιση του Γιάννη Πάριου στη Λάρνακα, στο Παττίχειο Αμφιθέατρο, στα τέλη Αυγούστου, με διάφορα επικριτικά σχόλια αναφορικά με την ερμηνεία του αλλά και την ηλικία του, ήταν αρκετό για να συσπειρωθούν στο Διαδίκτυο οι γνωστοί haters και να γενικευτεί η συζήτηση για το κατά πόσο μπορεί και πρέπει ο διάσημος ερμηνευτής να εξακολουθεί να τραγουδά.

Το θέμα γιγαντώθηκε και πολύ σύντομα μετατράπηκε σε δημόσια δίκη του Πάριου με τον κουρνιαχτό να μη λέει να κοπάσει και να μετατρέπεται σε εμφύλιο ανάμεσα σε υποστηρικτές και κήνσορες.

Ωστόσο, στην περίπτωση του Γιάννη Πάριου, είναι παράδοξο για έναν ερμηνευτή που έχει περάσει περισσότερο από μισό αιώνα πάνω στη σκηνή, που έχει τραγουδήσει τον έρωτα σχεδόν σε όλες τις πιθανές εκδοχές του, που έχει συνδέσει τη φωνή του με προσωπικές ιστορίες εκατομμυρίων ανθρώπων, ξαφνικά να δικάζεται μέσα από μερικά δευτερόλεπτα ενός βίντεο τραβηγμένου από κινητό – σαν να μπορούσε μια καλλιτεχνική διαδρομή δεκαετιών να χωρέσει στην οθόνη των λίγων ιντσών και, ακόμη περισσότερο, η αξία ενός ερμηνευτή να αποτιμάται αποκλειστικά με την αντοχή των φωνητικών του χορδών.

Το «υπερωκεάνιο»

Αλλωστε, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν ο Γιάννης Πάριος τραγουδά σήμερα όπως ερμήνευε τα κομμάτια το 1975 ή το 1985.

Είναι προφανές ότι ένας καλλιτέχνης με τέτοια σημαίνουσα πορεία δεν είναι μόνο οι φωνητικές του χορδές, αλλά συνολικά το εκτόπισμά του, αυτό που καταθέτει κάθε φορά με την ερμηνεία του και κυρίως το μέγεθός του. Είναι η προσωπικότητα που επιβάλλεται προτού ακόμη ολοκληρωθεί το πρώτο άκουσμα, ο τρόπος με τον οποίο στέκεται απέναντι σε ένα τραγούδι, η πορεία που έχει διανύσει και η φήμη του, το ρεπερτόριο που επέλεξε και εκείνο που αρνήθηκε, η άρθρωση, η παύση, το βλέμμα, η χειρονομία, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει στοχεύοντας κατευθείαν στην καρδιά.

Εν τέλει, είναι εκείνο το απροσδιόριστο περίσσευμα που μένει όταν αφαιρέσεις από την τέχνη τα μετρήσιμα τεχνικά χαρακτηριστικά της: η σφραγίδα που αφήνει στο πέρας του χρόνου. Σε αυτήν ακριβώς αναφέρθηκαν διάφοροι καλλιτέχνες και φίλοι που υπερασπίστηκαν το μέγεθος του Γιάννη Πάριου και το μεγάλο εκτόπισμά του, που τον κάνει να μοιάζει, όπως πολύ εύστοχα σημειώθηκε, με «υπερωκεάνιο».

«Ο Πάριος είναι ένα υπερωκεάνιο. Kαι βαρκάκι όταν γίνεται δεν παύει να είναι υπερωκεάνιο. Πολλοί άνθρωποι μπερδεύουν την τέχνη με τον αθλητισμό ή το τσίρκο. Θέλουν επιδόσεις. Θέλουν τον τραγουδιστή να καταπίνει σπαθιά ή να κάνει τριπλά φωνητικά άξελ. Να κρατάει μια νότα σαν να κάνει ελεύθερη κατάδυση. Τότε μόνο ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Στην κορύφωση. Δεν καταλαβαίνουν πως η Μεγάλη Παρασκευή είναι η μεγαλύτερη μέρα της Εβδομάδας. Ο ψίθυρος δεν τους λέει τίποτα. Δεν τον ακούν καν καθώς χασκογελάνε τρώγοντας ξηροκάρπι ενώ παλεύουν να βρουν το ζουμ στο κινητό. Πλήρωσαν για αίμα και δεν τους αρέσει να τους πιάνουν κοροΐδο», έγραψε με ευστοχία το πολύ όμορφο ποστ που ανέβασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο Στέλιος Ρόκκος – για να αποδειχθεί, ωστόσο, ότι πρόκειται για αντιγραφή ενός κειμένου που είχε γράψει και ανεβάσει στον λογαριασμό του στο Facebook ο συγγραφέας Κυριάκος Χαρίτος. Επρεπε, μάλιστα, να περάσουν αρκετές ώρες ώστε οι διαχειριστές, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, του λογαριασμού του τραγουδοποιού να παραδεχτούν το ατόπημα και να ζητήσουν, στη συνέχεια, δημόσια συγγνώμη. Είναι σαφές ότι η περίπτωση του Πάριου απασχόλησε πολύ εξαιτίας της μεγάλης δημοφιλίας του τραγουδοποιού με τεράστιο εκτόπισμα και ιστορία, αλλά και της γενικότερης συζήτησης που είχε ξεκινήσει μετά την κατάρρευση της Μαρινέλλας στη σκηνή για το πότε τελικώς και αν πρέπει να ολοκληρώνει ο τραγουδιστής την καριέρα του. Ωστόσο, είναι άπειρα τα παραδείγματα τόσο στην ελληνική όσο και στη διεθνή σκηνή με σπουδαίες φωνές που άντεξαν στον χρόνο ή διάσημους τραγουδιστές που αρνήθηκαν να κόψουν τη μεγαλύτερη εξάρτηση στον κόσμο, που, όπως φαίνεται, είναι οι ζωντανές εμφανίσεις.

O Πάριος και οι άλλοι: Έχουν οι καλλιτέχνες ημερομηνία λήξης;
Ο Φρανκ Σινάτρα εμφανίζεται στο Αμφιθέατρο Chastain Park στην Ατλάντα της Τζόρτζια στις 6 Ιουλίου 1991

Ο Φρανκ Σινάτρα

25η Φεβρουαρίου 1995, Παλμ Ντέζερτ, Καλιφόρνια. Ο Φρανκ Σινάτρα λίγο πριν κλείσει τα 80 -στην ηλικία δηλαδή του Γιάννη Πάριου-, πολύ μακριά από τα τεράστια στάδια, όπως του Λας Βέγκας και τους χιλιάδες θεατές που τον αποθέωναν τις περασμένες δεκαετίες, σε μια μικρή αίθουσα του «Marriott», στην τελευταία βραδιά του φιλανθρωπικού τουρνουά γκολφ που έφερε το όνομά του. Βγαίνει και τραγουδά μόλις έξι τραγούδια, αυτά που απογείωσαν την καριέρα του: «I’ve Got the World on a String», «You Make Me Feel So Young», «Fly Me to the Moon», «Where or When», «My Kind of Town» και το τελευταίο και το πιο ειρωνικό απ’ όλα «The Best Is Yet to Come». Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι επρόκειτο για την τελευταία δημόσια εμφάνιση της ζωής του. Ο άνθρωπος που προσωποποίησε όσο λίγοι την αμερικανική αυτοπεποίθηση, με το άψογο κοστούμι, το ντράι μαρτίνι στο χέρι, τη (δικαιολογημένη) αλαζονεία του άνδρα που ξέρει ότι στη φωνή του συνοψίζεται η ιστορία, να κλείνει την καριέρα του τραγουδώντας ότι «τα καλύτερα έρχονται». Η φωνή του δεν είναι φυσικά η φωνή του 1957, αλλά ποιος θα μπορούσε να ερμηνεύσει με νόημα τους στίχους που αναλογίζονται τις περιπέτειες ενός ολόκληρου βίου, ο οποίος παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να ελπίζει; Η ηλικία, εν προκειμένω, είχε συνδεθεί με τη δυναμική της ερμηνείας και με το γεγονός ότι η νεότητα μπορεί να τραγουδήσει ωραιότερα κάποια τραγούδια, αλλά είναι ο χρόνος που χαρίζει στα τραγούδια αυτά το βαρυσήμαντο νόημα. Αντίστοιχο είναι το παράδειγμα του Ρόμπερτ Πλαντ, που τον είδαμε πρόσφατα να ερμηνεύει στα 78 του επί σκηνής στο Φεστιβάλ στη Σάνη, με πολύ μεγαλύτερη ελευθερία, τραγούδια πολύ πιο ουσιαστικά ακόμα και από αυτά της νεότητάς του. Ο Πλαντ τού σήμερα δεν ανεβαίνει στη σκηνή μεταμφιεσμένος στον 25χρονο ξανθό θεό των Led Zeppelin αλλά μετατρέποντας αυτές τις εμπειρίες σε κάτι καινούριο, πιο μεστό και με διαφορετική κατεύθυνση. Το ίδιο, ακόμη πιο εντυπωσιακό λόγω του είδους της μουσικής, ισχύει για τον Ιαν Γκίλαν. Ο τραγουδιστής που χρειάστηκε κάποτε να σηκώσει πάνω στη φωνή του το ηχητικό τείχος των Deep Purple είναι σήμερα 81 ετών και εξακολουθεί να εμφανίζεται με το συγκρότημα.

Φυσικά δεν τραγουδά το «Child in Time» όπως το 1970, αλλά εξακολουθεί να δείχνει πρωτόγνωρη ευρωστία επί σκηνής, όπως και ο σπουδαίος Μικ Τζάγκερ που διοργανώνει ακόμα περιοδείες με τους Rolling Stones. Αν όμως υπάρχει μία εικόνα που σχεδόν καταργεί κάθε συζήτηση για το αν η φθορά ακυρώνει την ερμηνεία, είναι ο ηλικιωμένος Τζόνι Κας στο βίντεο του «Hurt»: είναι 71 ετών, βαριά καταπονημένος, τα χέρια του δεν έχουν τη βεβαιότητα του παλιού Man in Black, το πρόσωπό του λεπτό, το σώμα του εύθραυστο. Ο σκηνοθέτης Μαρκ Ρόμανεκ τον τοποθετεί ανάμεσα στα ίχνη της ίδιας του της ζωής: παλιές φωτογραφίες και νεότερες εικόνες, άνθη και φρούτα που σαπίζουν, αναμνήσεις μιας τεράστιας καριέρας, ένα πιάνο, ένα τραπέζι. Η Τζουν Κάρτερ εμφανίζεται για λίγο κοιτάζοντάς τον. Οταν στην αμέσως επόμενη σκηνή του βίντεο θα κλείσει το πιάνο, σφραγίζει, με αυτή την ελάχιστη κίνηση, μια ολόκληρη καριέρα προοικονομώντας το οριστικό τέλος – φυσικό και ερμηνευτικό, αφού ποτέ δεν κατάφερε να διαχωρίσει το ένα από το άλλο. Ο Κας πέθανε λίγους μήνες αργότερα, στις 12 Σεπτεμβρίου του 2003, με την τελευταία εμφάνισή του να καταγράφεται στις 5 Ιουλίου, μόλις δύο μήνες πριν από τον θάνατό του. Και είναι σε εκείνη ακριβώς την ερμηνεία στο «Hurt» που διαφαίνονται η εμπειρία, η απώλεια, η φθορά, ακόμα και η επίγνωση του τέλους – απόδειξη ότι ρωγμή δεν σημαίνει βλάβη, αλλά περιεχόμενο.

Δωρικό μέταλλο

Γι’ αυτό ακριβώς αυτό που μετράει στον Πάριο δεν είναι η δυνατότητα απόδοσης της συγκεκριμένης νότας, αλλά η ίδια η ιστορία του, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο καθιέρωσε το ερωτικό τραγούδι στην ελληνική λαϊκή κουλτούρα, η χροιά της φωνής του που είναι αμέσως αναγνωρίσιμη, σχεδόν προτού ολοκληρωθεί ο πρώτος στίχος, η σχέση του με τη μελωδία, η επιλογή ενός ολόκληρου ρεπερτορίου και, ναι, ακόμη και ο μύθος του «τραγουδιστή του έρωτα» που τον συνοδεύει εδώ και δεκαετίες.

Ακριβώς γι’ αυτό σημασία δεν έχει μόνο η φωνή, αλλά το ίδιο το πρόσωπο. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης δεν ήταν μεγάλος μόνο χάρη στις φωνητικές του δυνατότητες, αλλά επειδή αρκούσαν λίγες συλλαβές για να σηκωθεί μέσα από τη φωνή του ένας ολόκληρος κόσμος: η μεταπολεμική Ελλάδα, η λαϊκή γειτονιά, ο Θεοδωράκης, η υψηλή ποίηση μπήκε στα σπίτια των ανθρώπων, εκείνο το δωρικό μέταλλο που μπορούσε να μετατρέψει έναν στίχο σε συλλογική μνήμη. Στην περίπτωση του Μπιθικώτση είναι σαφές ότι αυτά που μετράνε είναι ο μύθος και η συλλογική μνήμη, με την καλλιτεχνική ταυτότητα να μην περιορίζεται στην τεχνική επάρκεια μιας καλής φωνής, αλλά να περιλαμβάνει την ίδια τη μουσική ιστορία του τόπου. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να ειπωθεί και για το σπουδαίο μέγεθος του Γιώργου Νταλάρα, του οποίου η καλλιτεχνική ταυτότητα ποτέ δεν περιορίστηκε στην τεχνική, αλλά περιλαμβάνει τη σχέση με το ρεπερτόριο, τη μελέτη, την πειθαρχία, τη γνώση διαφορετικών παραδόσεων, την αντίληψη του ρεπερτορίου – μια προσωπικότητα που τελικά ταυτίζεται με ένα κομμάτι της καλλιτεχνικής μας παιδείας. Μια ζωντανή περίπτωση ερμηνευτή που τραγουδά ακόμα είναι ο Μανώλης Μητσιάς: όταν τραγουδά τα τραγούδια του Νίκου Γκάτσου που ο ίδιος υπηρέτησε επί δεκαετίες, δεν μπορείς να μετρήσεις την παρουσία του αποκλειστικά με την ένταση μιας νότας. Ακούς έναν άνθρωπο που έχει μεταφέρει αυτά τα τραγούδια μέσα στον χρόνο, με τη φωνή του να φέρει τη μνήμη της ίδιας της πρώτης τους απόδοσης.

O Πάριος και οι άλλοι: Έχουν οι καλλιτέχνες ημερομηνία λήξης;
Η Χαρούλα Αλεξίου μίλησε για το «πένθος» που αισθάνθηκε όταν έχασε τη φωνή της

Το δικαίωμα της σιωπής

Σε όλα εύλογα κανείς μπορεί να σκεφτεί ως αντιπαράδειγμα την περίπτωση της Χαρούλας Αλεξίου, η οποία επέλεξε να σταματήσει να τραγουδά όταν αισθάνθηκε ότι η φωνή της δεν ανταποκρινόταν πλέον στις απαιτήσεις που η ίδια είχε από αυτήν. Μίλησε μάλιστα αργότερα για το «πένθος» αυτής της απώλειας. Ηταν μια βαθιά προσωπική και γενναία επιλογή, η οποία ωστόσο δεν είναι αναγκαστικό ότι μπορεί να μετατραπεί σε γενικό νόμο που θα εφαρμόζεται σε κάθε καλλιτέχνη όταν ένα ανώνυμο ψηφιακό ακροατήριο αποφασίζει ότι έφτασε η ώρα του. Οπως ένας δημιουργός έχει το δικαίωμα να γνωρίζει πότε θέλει να κατέβει από τη σκηνή, έχει και το δικαίωμα να θεωρεί ότι η αλλαγμένη φωνή του εξακολουθεί να αποτελεί όργανο έκφρασης. Σε κάθε περίπτωση, επιλέγοντας ανάμεσα στη σιωπή και τη μεταμόρφωση, αυτό που έχει σημασία είναι τελικά να μπορείς να διατηρείς ψηλά το προσωπικό ύφος και την αξιοπρέπεια.

Ο Γιάννης Πάριος δεν έγινε κορυφαίο όνομα επειδή κάποτε μπορούσε να εκτελέσει άψογα μια συγκεκριμένη νότα, αλλά επειδή τραγουδούσε τον έρωτα και τον ελεύθερο αέρα από τα νησιώτικα κάνοντάς τα κυριολεκτικά δικά του. Οπως ο Μπιθικώτσης είχε τη δωρικότητά του, ο Σινάτρα το phrasing του, ο Κοέν τη σκοτεινή οικειότητα της εξομολόγησης, ο Πλαντ τη σωματική ελευθερία του ροκ, ο Νταλάρας τη γνώση και τη συνέπεια, έτσι και ο Πάριος δημιούργησε ένα προσωπικό, απαράμιλλο ιδιοσυγκρασιακό ύφος που δεν μπόρεσε να μιμηθεί κανείς. Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει να μάθουμε να ακούμε και να διακρίνουμε τις φωνές όπως τα διαφορετικά έργα τέχνης.

Γιατί, εν τέλει, όταν ένας καλλιτέχνης με τέτοια σημαίνουσα και βαρύνουσα ιστορία ανεβαίνει στη σκηνή και στέκεται απέναντι στο μικρόφωνο δεν είναι ποτέ μόνος: μαζί του βρίσκονται όλες οι προηγούμενες φωνές του, οι ιστορίες και τα τραγούδια που έμειναν, οι άνθρωποι που τα άκουσαν, οι έρωτες στους οποίους τα αφιέρωσαν, τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, τα καλοκαίρια, οι χωρισμοί, ολόκληρη εκείνη η αόρατη χώρα της προσωπικής μνήμης που δημιουργεί ένα τραγούδι όταν κατοικήσει αρκετά χρόνια μέσα στις ζωές των άλλων. Και αυτή τελικά είναι η σημαντικότερη από όλες.

πρωτο θεμα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *